Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, στη Santa Cruz της Καλιφόρνιας, η κάνναβη δεν ήταν ακόμη προϊόν με ετικέτα. Ήταν εμπειρία. Εκεί, δύο αδέρφια που έμειναν γνωστά μόνο ως Haze Brothers άρχισαν να πειραματίζονται με κάτι που τότε έμοιαζε παράλογο: να ενώσουν διαφορετικές σατίβες από όλο τον κόσμο, όχι για να τις κάνουν πιο εύκολες, αλλά για να δουν τι συμβαίνει όταν η καθαρή ενέργεια πολλαπλασιάζεται.
Οι βάσεις τους ήταν τέσσερις. Mexican sativa, Colombian sativa, South Indian sativa και Thai sativa. Καθεμία κουβαλούσε διαφορετικό χαρακτήρα: η μεξικάνικη φωτεινή και γρήγορη, η κολομβιανή βαθιά και ψυχεδελική, η ινδική πνευματική και αιθέρια, η ταϊλανδέζικη σχεδόν ηλεκτρική. Οι Haze Brothers δεν έψαχναν σταθερότητα ή παραγωγή. Έψαχναν ένα high που να μη σε τραβάει προς τα κάτω, αλλά να σε ανεβάζει.
Το αποτέλεσμα ήταν κάτι εντελώς νέο. Ένα φυτό ψηλό, ατίθασο, με ανθοφορία που ήθελε 16-20 εβδομάδες και έμοιαζε ατελείωτη και αποτέλεσμα που δεν συγχωρούσε απροετοίμαστο μυαλό. Το ονόμασαν Haze. Όχι γιατί σε ζάλιζε, αλλά γιατί σε τύλιγε σε μια εγκεφαλική ομίχλη, όπου ο χρόνος διαλυόταν και η σκέψη έτρεχε ελεύθερη. Αυτή ήταν η πρώτη Haze, η αυθεντική, πριν από κάθε επίθετο.
Όμως η Haze δεν ταίριαζε στον κόσμο που ερχόταν. Ήταν υπερβολικά αργή, υπερβολικά μεγάλη, υπερβολικά δύσκολη. Οι ίδιοι οι δημιουργοί της δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ να τη “βελτιώσουν”. Έτσι, ενώ γεννήθηκε στην Αμερική, άρχισε σιγά σιγά να εξαφανίζεται από εκεί.
Κάποιοι σπόροι όμως ταξίδεψαν. Στα τέλη των ’80s έφτασαν στην Ολλανδία, σε μια χώρα που τότε άρχιζε να μετατρέπεται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κάνναβης. Εκεί εμφανίζεται ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα της ιστορίας: Nevil Schoenmakers, ιδρυτής της Neville’s Seedbank.
Ο Nevil καταλαβαίνει τι κρατά στα χέρια του. Δεν βλέπει απλώς ένα δύσκολο φυτό, αλλά μια ιδέα που αξίζει να σωθεί. Παίρνει την Haze και τη διασταυρώνει με Northern Lights #5, δημιουργώντας το NL5 × Haze. Είναι η πρώτη φορά που η άγρια haze ενώνεται συνειδητά με indica γενετικό για να αποκτήσει δομή. Η ανθοφορία μειώνεται, η σταθερότητα αυξάνεται, αλλά το εγκεφαλικό αποτέλεσμα παραμένει.
Λίγο αργότερα, ο Sam the Skunkman συμβάλλει στη διάδοση και την κατανόηση των haze γενετικών, πριν επιστρέψει στις ΗΠΑ, μεταφέροντας μαζί του τη γνώση αλλά όχι την ίδια την κουλτούρα. Η Αμερική έχει ήδη στραφεί αλλού: kush, afghan, skunk. Η haze δεν χωρά πια.
Στην Ολλανδία όμως η ιστορία συνεχίζεται. Στη δεκαετία του ’90, η Green House Seed Company και ο Arjan Roskam παίρνουν τη σκυτάλη. Από εκεί γεννιούνται ποικιλίες που θα γίνουν θρύλοι: Super Silver Haze, Mango Haze, αργότερα Amnesia Haze. Την ίδια περίοδο, ο Ben Dronkers της Sensi Seeds παρουσιάζει το Jack Herer, ένα haze hybrid που συνδυάζει εγκεφαλική διαύγεια με πιο ισορροπημένο χαρακτήρα.
Η Haze αλλάζει μορφή, αλλά όχι ταυτότητα. Δεν είναι πια καθαρή σατίβα, αλλά παραμένει προσανατολισμένη στο μυαλό. Στο Άμστερνταμ γίνεται καθημερινότητα. Συνδέεται με καφέδες, ποδήλατα, συζητήσεις, με ένα high που δεν σε κλείνει μέσα σου αλλά σε βγάζει στον δρόμο.
Στην Αμερική, αντίθετα, το όνομα Haze αρχίζει να σβήνει. Όχι γιατί εξαφανίζεται το DNA, αλλά γιατί αλλάζει η φιλοσοφία. Η αγορά ζητά άμεσο αποτέλεσμα, βάρος, ένταση. Η haze είναι υπομονετική, απαιτητική, σχεδόν ιδεαλιστική. Και έτσι μένει πίσω, σαν μουσικό είδος που δεν παίζει πια στο ραδιόφωνο αλλά συνεχίζει να επηρεάζει όσους ξέρουν να ακούν.
Σήμερα, η Haze δεν είναι μία ποικιλία. Είναι οικογένεια, μνήμη και πολιτισμικό αποτύπωμα. Από την ανώνυμη Santa Cruz των ’70s, μέχρι τα coffee shops του Άμστερνταμ, κουβαλά την ίδια ιδέα: ότι η κάνναβη μπορεί να είναι εργαλείο διαύγειας και όχι φυγή. Και ίσως γι’ αυτό, όσοι τη θυμούνται, δεν τη θυμούνται σαν strain, αλλά σαν στιγμή ζωής.
